Blog Image

Κωσταλέξι : Οι έκθετες πλευρές ενός θεάτρου-ντοκουμέντου

  • Έγραψε ο Γιώργος Παπαγιαννάκης
  • στις 24/12/2023

Η Έλενα Τριανταφυλλοπούλου και η Άρτεμις Ψιλοπούλου υπογράφουν το κείμενο και ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης τη δραματουργική επεξεργασία και  σκηνοθεσία της σκηνικής σύνθεσης «Κωσταλέξι» (Θέατρο Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής), με θέμα την τραγική ιστορία της Ελένης Καρυώτη που αποκαλύφθηκε το 1978 συγκλονίζοντας το πανελλήνιο. 

Στο ερώτημα γιατί οι σύγχρονοι δημιουργοί θέλγονται από το θέατρο-ντοκουμέντο, σε σημείο να παρακάμπτουν μια ογκωδέστατη, παραδεδεγμένη εργογραφία, αλλά και γιατί, πολύ συχνά, δεν δίνουν τη δέουσα προσοχή στους δραματουργούς, στα ρεύματα γραφής και στα πονήματα που μιλούν εύγλωττα για την εποχή τους και που ακολουθούν τη γραμμή μιας μυθοπλαστικής δραματοποίησης, δίνει ο θεατρολόγος Σάββας Πατσαλίδης στη μελέτη του «Θέατρο και Θεωρία ΙΙ» (University Studio Press 2019): «Το εναλλακτικό θέατρο […] προσπαθεί να βγάλει προς τα έξω ένα άλλο ανθρώπινο Εγώ το οποίο, για να πειστεί, θέλει πλέον αποδείξεις, τεκμήρια, θέλει να ακούσει επιτέλους κάποιες χειροπιαστές αλήθειες ή να πει το ίδιο κάποιες δικές του αλήθειες· ίσως γιατί, ποτέ άλλοτε, δεν ένιωθε να του τις αποκρύβουν τόσο πολύ και τόσο έντεχνα· θέλει να πιστέψει, αφού πρώτα έχει ερευνήσει» (504).

Εύλογα όμως από αυτό το ερώτημα γεννάται ένα άλλο διττό: κατά πόσο η σκηνή ή ο επιτελεστικός χώρος (στην περίπτωση κατά την οποία αναφερόμαστε σε documentary performance) μπορεί να προσλάβει αυστηρά την ιδιότητα ενός πεδίου προβολής και οργάνωσης του πραγματικού και κατά πόσο ο εγκιβωτισμός του μέσα σε μια σύμβαση επηρεάζει την αποτύπωση της αξιοπιστίας του; Μια ενδιαφέρουσα απάντηση δίνει η Ζωή Βερβεροπούλου στο βιβλίο της «Το σύγχρονο Θέατρο του Πραγματικού» (Εκδ. Παπαζήση 2023): «Μέσα από την υποστασιακή ιδιαιτερότητά τους και τις διεργασίες αποοικειοποίησης του ντοκουμέντου, όταν αυτό αποσπάται από τον αληθινό κόσμο για να χρησιμοποιηθεί θεατρικά, τίθενται επιπλέον σε τροχιά επανεξέτασης η μυθοπλαστική φύση του δράματος αλλά και η γεγονοτική φύση της πληροφορίας· μάλιστα όσο το δίπολο παύει να είναι ξεκάθαρα αντιθετικό και τείνει προς τη συγχώνευση, τόσο πιο εύθραυστοι αποδεικνύονται οι συμβατικοί ορισμοί του πραγματικού και τόσο πιο πολύπλοκη η έννοια της θεατρικότητας» (104).

Είναι προφανές ότι μέσα στις συντεταγμένες μιας ανεξέλεγκτης τεχνολογικής έκρηξης το θέατρο-ντοκουμέντο έχει προσαρμόσει αναλόγως την υφολογία και τις στοχεύσεις του. Η καταστατική επιδίωξή του να αναδειχθεί σε θεματοφύλακα της αλήθειας και κατοπτρισμό του καθαρού γεγονότος έχει προ πολλού ξεπεραστεί από τις πάμπολλες οπτικές γωνίες που κομίζουν οι σύγχρονοι δαιδαλώδεις μηχανισμοί επικοινωνίας. Αυτή η εξονυχιστική θεώρηση του πραγματικού που το καθιστά αντικείμενο ανατομικής έρευνας, και ενίοτε σκύλευσης, είναι η αιτία που οι δημιουργοί επιλέγουν να εντάξουν τα ντοκουμέντα μέσα σε αισθητικοκαλλιτεχνικές φόρμες, μέσω των οποίων αναζητείται μια δίοδος προς πιο αυθεντικές απαντήσεις.

Παρόμοια γραμμή ακολουθεί η σκηνική σύνθεση «Κωσταλέξι» που αναφέρεται στην ιστορία της Ελένης Καρυώτη. Σε επίπεδο ταξινόμησης της θεματικής η εν λόγω δημιουργία συνιστά μια postmortem διαχείριση ανθρώπων που υπήρξαν τραγικά θύματα και μια απόπειρα να δοθεί «φωνή σε αυτούς που δεν ακούγονται» (Βερβεροπούλου 112). Μάλιστα, η σκηνοθετική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Μωραΐτη προσέδωσε στο ιστορικό γεγονός, με τη συνδρομή ποιητικών στοιχείων, συμβολισμών και πρακτικών σωματικού θεάτρου, ικανό δραματουργικό βάθος, δημιουργώντας, με αυτόν τον τρόπο, ένα επιπλέον φίλτρο πλησίον του μυθοπλαστικού. 

Εντούτοις, αυτό το πλεονέκτημα δεν αντισταθμίζει την εκκωφαντική έλλειψη ενός σαφούς χωροχρονικού πλαισίου αναφοράς και διασύνδεσης του ιστορικού γεγονότος με τη σημερινή εποχή. Συγγραφείς και δραματουργός ανακαλούν σκηνικά την τραγική ιστορία, υπονοώντας τη διαχρονική ανακύκλωση στερεοτύπων ως προς την ενδοοικογενειακή και ευρύτερη αντιμετώπιση του ψυχικά πάσχοντος ατόμου, το ρόλο της γυναίκας, την ηγεμονία της πατριαρχίας κ.λπ. με μια ροπή προς τη γενίκευση και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι μεγάλες εικόνες των κοινωνικών αλλαγών. Ως εκ τούτου, δεν καθίσταται σαφές αν ο οδηγός επιβίωσης στην επαρχία, στον οποίο γίνεται μνεία, αφορά το χρονικό πλαίσιο του περιγραφόμενου γεγονότος ή ένα άλλο διευρυμένο που εκτείνεται μέχρι σήμερα. Όπως επίσης, στο βαθμό που η κεντρική προβληματική αφορά ένα εξόχως ευαίσθητο θέμα, το στίγμα της ψυχικής ασθένειας, πώς εξηγείται ο στιγματισμός μιας κοινότητας μέσω της δυσμενούς προβολής του, ήδη στοιχειωμένου από το χρόνο, τοπωνυμίου της; Πρόκειται άραγε για ξεπέρασμα των ορίων της πολιτικής ορθότητας ή μια μετωνυμική απόδοση μιας συνολικής κοινωνικής και πολιτισμικής συνθήκης;

Η ερμηνεία του Κωνσταντίνου Μωραΐτη ενέχει πολλαπλές σημάνσεις, αν και ενίοτε αναλώνεται σε υπερβολικά σχήματα, ενώ οι παρουσίες της Άλκηστης Νικολαΐδη και της Ζωγραφιάς Μεντεσίδου, κωδικοποιημένες και στυλιζαρισμένες, εκπέμπουν την αίσθηση μιας απόστασης, εντός της οποίας διευκολύνεται ένας αναστοχασμός για τις ενδημικές παθογένειες και η τοποθέτηση απέναντι στα πάσης φύσεως κοινωνικά εγκλήματα.