Blog Image

Αρκουδοράχη: Η μνήμη ως επιθανάτιος ρόγχος

  • Έγραψε ο Γιώργος Παπαγιαννάκης
  • στις 24/12/2023

Η Ιώ Βουλγαράκη σκηνοθετεί στο Θεάτρο Θησείον – Ένα Θέατρο για τις Τέχνες το έργο του Ουαλού συγγραφέα Ed Thomas «Αρκουδοράχη» (τίτλος πρωτότυπου «On Bear Ridge») με μια δημιουργική αφαίρεση και πέρα από τη στενή εποπτεία μιας τυπικής αναπαραγωγής του Παραλόγου ή την ακαμψία ενός ωμού ρεαλισμού.

Πολλοί σύγχρονοι δραματουργοί, κάθε φορά που διαπνέονται από εσχατολογικές ανησυχίες, εκδηλώνουν την πεποίθηση ότι μια στροφή στην υφολογία του Παραλόγου θα μπορούσε να αποτυπώσει εναργέστερα τις ιδέες τους.  Το Παράλογο, ωστόσο, αποτέλεσε το δραματουργικό τέκνο ενός momentum που ήθελε τον μεταπολεμικό άνθρωπο απογυμνωμένο από τη βεβαιότητα ενός σκοπού, αποκομμένο από κάθε ορθολογιστική επινόηση και επαγωγικό συλλογισμό, έγκλειστο εντός μιας δίχως νόημα ύπαρξης και παραδομένο στη δίνη ενός μεταφυσικού άγχους.

Αποτύπωσε τη μηδενιστική ερμητικότητα, διέγραψε τα ίχνη του αποσταθεροποιημένου, δυσαρμονικού κόσμου, ανέδειξε την ανεπάρκεια και την απουσία της επικοινωνίας, σατίρισε με διανοητικό χιούμορ (wit) την ανθρώπινη συνθήκη, όπως αυτή αναπαράγεται μέσα στην κωμική της… τραγωδία.

Είναι αλήθεια ότι το θέατρο του Παραλόγου βρήκε πρόσφορο έδαφος, υστερότερα, και σε άλλες συντεταγμένες, εκφράζοντας τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου που γεννούν οι ψευδαισθήσεις του πολιτισμού του. Είναι, όμως, εξίσου γεγονός ότι το Παράλογο ανήκει στον εαυτό του, υπό την έννοια ότι η αποστολή του ολοκληρώνεται μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά όρια.

Ο Ed Thomas συλλαμβάνει, προφανώς, την ιδέα της «Αρκουδοράχης» του, αισθανόμενος μια οικειότητα με τη διαπίστωση του Albert Camus στο βιβλίο του «Ο Μύθος του Σίσυφου»: «[ο άνθρωπος] είναι ένας αθεράπευτα εξόριστος τόσο επειδή στερήθηκε τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρικής γης, όσο και γιατί του λείπει κάθε ελπίδα υπόσχεσης μιας μελλοντικής πατρίδας». Θα μπορούσε ίσως ακόμα να συναντηθεί και με τον Eugène Ionesco, όταν σε μια αποστροφή του για το Παράλογο αναφέρεται στον «αποκομμένο άνθρωπο από τις θρησκευτικές, τις μεταφυσικές και απροσδιόριστες ρίζες του». 

Ο Thomas σκιαγραφεί μια δυστοπία, το «λίγο πριν» την ολική εξαφάνιση ενός παλιού κόσμου που τον είχαν θεμελιώσει η θαλπωρή μιας ακατάβλητης συνέχειας, οι άρρηκτοι δεσμοί πίστης και αγάπης, οι παρακαταθήκες της Ιστορίας. Ο Τζοχν Ντάνιελ αναμηρυκάζει τη λατρευτική σχέση του με τη γλώσσα του και αναζητά εναγωνίως οτιδήποτε κρατά ζωντανή τη μνήμη του και, κατ’επέκταση, την επίγνωση ότι κάποτε υπήρξε. Η γυναίκα του, Νόνι, επιμένει πεισματικά, μέχρι την ύστατη στιγμή, να ανυψώνεται σε σύμβολο της ανιδιοτελούς αφοσίωσης. Ο Ίβαν Γουίλχιαμ επιφυλάσσει μερικές τελευταίες καθαρτήριες αποκαλύψεις που μετατρέπουν αστραπιαία το νεκρό παρελθόν σε ζωντανό παρόν. Ο Κάπταιν εισβάλλει στοιχειωμένος από μνήμες θανάτου που τού στερούν κάθε νόημα και τον ωθούν στη λύτρωση της αυτοχειρίας (ακόμα μια έμμεση νύξη στον Camus).

Παρόλες τις αναφορές στο Παράλογο, ειδικά με την οικονομία με την οποία αποδίδονται οι διάλογοι και οι στακάτες φράσεις, το έργο του Thomas αφήνει ανοιχτές διόδους και  προς τον ρεαλισμό, γεγονός που μαρτυρούν και οι ανάγλυφες σκηνικές οδηγίες.

Η Ιώ Βουλγαράκη πολύ σοφά επέλεξε να σμιλέψει την περισσή ευγλωττία μιας ρεαλιστικής απεικόνισης, θωρακίζοντας το έργο μέσα στην περιεκτική λιτότητα και αφαίρεση που εκπέμπει το ίδιο το κείμενο και στρέφοντας τον προβολέα στα πρόσωπα και στο ειδικό φορτίο που φέρει το καθένα από αυτά.

Ο  Τζοχν Ντάνιελ του Αργύρη Ξάφη επιδόθηκε, με μια αρμονική παλέτα ετερόκλητων ερμηνευτικών, σε ένα αριστοτεχνικά βραδυφλεγές κρεσέντο, μέσα από το οποίο αναζητά απεγνωσμένα τα ίχνη ενός κατακερματισμένου εαυτού που, κι αυτός ακόμα, τελεί υπό εξαφάνιση. Δωρικά εκφραστική και με μια καταφατική αύρα, η Νόνι της Δέσποινας Κούρτη μεταδίδει τη θέρμη μιας ανθρωπινότητας ως ένα αντιστικτικό μοτίβο σε σχέση με την επικείμενη καταστροφή. Με αφοπλιστική πηγαιότητα και με αφηγηματικό σθένος ο Ίβαν Γουίλχιαμ του Δημήτρη Γεωργιάδη δημιουργεί ακόμα μια αντίστιξη ανάμεσα στην παιδικότητα, το σφρίγος της χειραφέτησης, αλλά και τους επώδυνους ρόλους της ζωής. Ο Κάπταιν του Δημήτρη Δρόσου μεταδίδει, με την ίδια κοφτερή ένταση, ρίγη συγκίνησης και τρόμου, διερχόμενος από μια σταθμισμένη ερμηνεία που εκλύει ποιητική ενέργεια.

Το σκηνικό της Anna Fedorova επιλέγει να υπαινιχθεί περισσότερο παρά να σημάνει με τρόπο εκφαντικό, τοποθετώντας σε πρώτο πλάνο τα πρόσωπα και τις μεταξύ τους σχέσεις,  οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου ακολουθούν με ακρίβεια όλες τις αποχρώσεις των δυναμικών της σκηνής, ενώ η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή «υγραίνει» την ατμόσφαιρα με μια αίσθηση απόκοσμη όσο και μυστηριακή.